Ο Χρήστος ο πιλότος ξύπνησε πολύ νωρίς ένα φωτεινό καλοκαιρινό πρωινό.
Ο ουρανός ήταν καταγάλανος και ο άνεμος ιδανικός για πτήση.
Έφτασε στο μικρό αεροδρόμιο, έκανε τον απαραίτητο έλεγχο στο αεροπλάνο του και φόρεσε το αγαπημένο του καπέλο.
«Ώρα να απογειωθούμε!» είπε χαμογελώντας.
Με λίγη φόρα, το αεροπλάνο άρχισε να τρέχει στον διάδρομο.
Σε λίγα δευτερόλεπτα βρισκόταν ήδη ψηλά στον ουρανό.
Ο Χρήστος πετούσε πάνω από γαλάζιες θάλασσες και πανέμορφα νησιά.
Από εκεί ψηλά έβλεπε μικρές παραλίες με χρυσή άμμο, λευκούς φάρους, πολύχρωμα καΐκια και δελφίνια που χοροπηδούσαν δίπλα στα κύματα.
«Τι υπέροχη θέα!» είπε ενθουσιασμένος.
Λίγο αργότερα πέρασε πάνω από ένα καταπράσινο νησί γεμάτο ελαιόδεντρα και λουλούδια.
Στη συνέχεια πέταξε δίπλα από ένα ουράνιο τόξο που έμοιαζε να αγγίζει τη θάλασσα.
Οι ακτίνες του ήλιου έκαναν τα φτερά του αεροπλάνου να λαμπυρίζουν.
Ο Χρήστος χαμογελούσε συνεχώς.
Του άρεσε να βλέπει τον κόσμο από ψηλά.
Καθώς πλησίαζε το απόγευμα, ο ουρανός γέμισε χρυσές και πορτοκαλί αποχρώσεις.
Ο Χρήστος έκανε έναν τελευταίο κύκλο πάνω από τη θάλασσα και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε απαλά στον διάδρομο.
Ο Χρήστος κατέβηκε, κοίταξε τον ουρανό και είπε:
«Κάθε πτήση είναι ένα καινούριο ταξίδι γεμάτο εικόνες που δεν θα ξεχάσω ποτέ.»
Και ήδη ανυπομονούσε για την επόμενη απογείωση και την επόμενη όμορφη περιπέτεια στους αιθέρες.
