Ο Τάκης ξύπνησε πολύ νωρίς το πρωί, όταν η πόλη ακόμη κοιμόταν.
Άνοιξε τον φούρνο του, φόρεσε την ποδιά του και ετοίμασε όλα τα υλικά πάνω στον πάγκο.
Αλεύρι, νερό και όλα όσα χρειαζόταν ήταν έτοιμα.
«Πάμε να δημιουργήσουμε κάτι όμορφο!» είπε χαμογελώντας.
Άρχισε να ζυμώνει προσεκτικά.
Με υπομονή έδινε σχήμα στη ζύμη, μέχρι που ετοίμασε μικρά και μεγάλα καρβέλια.
Λίγο αργότερα ο φούρνος ζεστάθηκε και το ψήσιμο ξεκίνησε.
Σιγά σιγά μια υπέροχη μυρωδιά απλώθηκε σε ολόκληρη τη γειτονιά.
Οι πρώτοι άνθρωποι που περνούσαν απ' έξω σταματούσαν και κοιτούσαν τη βιτρίνα.
Ο Τάκης γέμισε τα ράφια με φρέσκα ψωμιά, κουλούρια και λαχταριστές δημιουργίες.
Κάθε ένα ήταν φτιαγμένο με προσοχή.
Καθώς περνούσε η μέρα, ο φούρνος γέμισε χαμόγελα.
Άλλοι διάλεγαν το αγαπημένο τους ψωμί και άλλοι δοκίμαζαν κάτι καινούριο.
Το απόγευμα, ο Τάκης καθάρισε τον πάγκο του και ετοίμασε τα υλικά για την επόμενη ημέρα.
Κοίταξε τον μικρό του φούρνο και χαμογέλασε.
Ήξερε πως κάθε πρωί δεν έφτιαχνε απλώς ψωμί.
Έφτιαχνε μυρωδιές, αναμνήσεις και μικρές στιγμές χαράς για ολόκληρη τη γειτονιά.
