Ο Άγγελος ήταν ένας ταλαντούχος ζωγράφος που αγαπούσε να ζωγραφίζει ό,τι του έκανε εντύπωση. Είχε πάντα μαζί του έναν καμβά, τα πινέλα του και μια ξύλινη κασετίνα γεμάτη χρώματα.
Ένα ανοιξιάτικο πρωινό αποφάσισε να ανέβει σε έναν λόφο για να βρει έμπνευση. Μόλις έφτασε στην κορυφή, άπλωσε τον καμβά του και κοίταξε τον απέραντο ουρανό.
Εκείνη την ώρα, λευκά σύννεφα ταξίδευαν αργά, ενώ ο ήλιος φώτιζε το τοπίο με ένα ζεστό χρυσαφένιο φως.
Ο Άγγελος πήρε το πινέλο του και άρχισε να ανακατεύει τα χρώματα.
Πρώτα ζωγράφισε το γαλάζιο του ουρανού.
Ύστερα πρόσθεσε το λευκό των σύννεφων, το πράσινο των δέντρων και το χρυσαφένιο χρώμα του ήλιου που φώτιζε ολόκληρη την κοιλάδα.
Καθώς περνούσε η ώρα, το φως άλλαζε συνεχώς.
Ο Άγγελος παρατηρούσε προσεκτικά κάθε μικρή αλλαγή και πρόσθετε νέες πινελιές στον πίνακά του.
Ένα απαλό αεράκι κουνούσε τα φύλλα των δέντρων, ενώ τα λουλούδια του λιβαδιού λικνίζονταν ήρεμα.
Ο ζωγράφος χαμογέλασε.
«Η φύση δεν σταματά ποτέ να δημιουργεί καινούριες εικόνες», σκέφτηκε.
Όταν ο ήλιος άρχισε να δύει, ο ουρανός γέμισε πορτοκαλί, ροζ και μωβ αποχρώσεις.
Ο Άγγελος πήρε για τελευταία φορά το πινέλο του και πρόσθεσε τις τελευταίες πινελιές στον καμβά.
Έκανε δύο βήματα πίσω και κοίταξε τον πίνακά του.
Ήταν διαφορετικός από όλους όσους είχε ζωγραφίσει μέχρι τότε.
Τον τύλιξε προσεκτικά, μάζεψε τα πινέλα και τα χρώματά του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Καθώς περπατούσε, χαμογελούσε.
Ήξερε πως κάθε καινούρια μέρα θα του χάριζε μια νέα εικόνα και κάθε εικόνα θα γινόταν ένας ακόμη όμορφος πίνακας.
