Η Μυρσίνη άνοιξε νωρίς το πρωί το εργαστήριό της και το φως του ήλιου γέμισε ολόκληρο τον χώρο. Τοποθέτησε έναν μεγάλο λευκό καμβά στο καβαλέτο και ακούμπησε δίπλα του τα πινέλα και τις μπογιές της.
«Σήμερα θα ζωγραφίσω κάτι διαφορετικό», είπε.
Πήρε το μεγαλύτερο πινέλο και άρχισε να απλώνει τα πρώτα χρώματα. Στην αρχή ο καμβάς είχε μόνο λίγες πινελιές, όμως σιγά σιγά άρχισε να μεταμορφώνεται.
Πρόσθεσε ένα γαλάζιο ποτάμι που περνούσε ανάμεσα σε καταπράσινους λόφους, έναν μεγάλο ανεμόμυλο που στεκόταν στην κορυφή ενός λόφου και έναν δρόμο που χανόταν στο βάθος.
Η Μυρσίνη έκανε λίγα βήματα πίσω για να παρατηρήσει το έργο της.
Έπειτα πήρε ένα πιο λεπτό πινέλο και ζωγράφισε μικρές λεπτομέρειες.
Πρόσθεσε λουλούδια στο λιβάδι, σύννεφα στον ουρανό και μικρές ακτίνες φωτός που έκαναν τον πίνακα να μοιάζει σχεδόν αληθινός.
Η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλάβει.
Όταν ολοκλήρωσε και την τελευταία πινελιά, ακούμπησε το πινέλο πάνω στο τραπέζι και πλησίασε τον καμβά.
Χαμογέλασε.
Ο πίνακας ήταν γεμάτος ζωή και έμοιαζε σαν να μπορούσες να περπατήσεις μέσα του.
Η Μυρσίνη άνοιξε το παράθυρο του εργαστηρίου και άφησε τον καθαρό αέρα να μπει μέσα.
Ο πίνακας στεκόταν απέναντί της, περιμένοντας να στεγνώσουν τα χρώματά του.
Πριν φύγει, τον κοίταξε για μία τελευταία φορά.
Ήξερε πως κάθε καινούριος πίνακας ήταν ένα καινούριο ταξίδι που ξεκινούσε από τη φαντασία και ολοκληρωνόταν πάνω στον καμβά.
