Η Νεράιδα Μελωδία πετούσε ανάμεσα στα σύννεφα ένα ήσυχο πρωινό, όταν ένα απαλό αεράκι έφερε στα αυτιά της μια πανέμορφη μελωδία.
«Πόσο γλυκιά μουσική!» είπε χαμογελώντας.
Γεμάτη περιέργεια, ακολούθησε τον ήχο.
Πέταξε πάνω από αφράτα σύννεφα, ανθισμένες κοιλάδες και λαμπερά ουράνια τόξα, μέχρι που έφτασε σε ένα μέρος που δεν είχε επισκεφθεί ποτέ.
Ήταν μια μεγάλη κοιλάδα, όπου ο αέρας περνούσε ανάμεσα από πανύψηλα λουλούδια, κρυστάλλινους βράχους και ασημένια δέντρα.
Κάθε φορά που φυσούσε, ολόκληρη η κοιλάδα γέμιζε μουσική.
Άλλοτε ακουγόταν σαν φλάουτο.
Άλλοτε σαν άρπα.
Και άλλοτε σαν ένα γλυκό νανούρισμα.
Η Μελωδία έκλεισε τα μάτια της και άφησε τον αέρα να παρασύρει τα φτερά της.
Πέταξε χαμηλά πάνω από ένα μικρό ποτάμι που λαμπύριζε στον ήλιο.
Καθώς περνούσε, τα νερά άρχισαν να σχηματίζουν μικρούς κυματισμούς που ακολουθούσαν τον ρυθμό της μουσικής.
Λίγο πιο πέρα, βρήκε ένα ξέφωτο γεμάτο πολύχρωμα αγριολούλουδα.
Οι πεταλούδες πετούσαν σαν να χόρευαν και τα πουλάκια κελαηδούσαν μαζί με τον άνεμο.
Η Νεράιδα Μελωδία κάθισε πάνω σε ένα λευκό σύννεφο και παρακολουθούσε το πανέμορφο τοπίο.
«Η φύση έχει τη δική της μουσική», είπε χαμογελώντας.
«Και κάθε μέρα μάς χαρίζει μια καινούρια μελωδία.»
Καθώς ο ήλιος άρχισε να δύει, ο ουρανός γέμισε χρυσές, ροζ και μωβ αποχρώσεις.
Η Μελωδία άνοιξε τα φτερά της και πέταξε ξανά ψηλά, αφήνοντας πίσω της μια μικρή χρυσή λάμψη που έμοιαζε να χορεύει στον αέρα.
Και από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που φυσούσε ένα απαλό αεράκι, η Νεράιδα Μελωδία χαμογελούσε, γιατί ήξερε πως η πιο όμορφη μουσική ήταν πάντα εκεί, κρυμμένη μέσα στη φύση.
