Η Νεράιδα Αμορέλ πετούσε ένα ήσυχο δειλινό ανάμεσα στα σύννεφα, όταν είδε μια απαλή ροζ λάμψη να φωτίζει ένα μακρινό σημείο του ορίζοντα.
«Τι να είναι άραγε αυτό;» αναρωτήθηκε.
Χωρίς δεύτερη σκέψη άνοιξε τα λαμπερά φτερά της και πέταξε προς τη μυστηριώδη λάμψη.
Ύστερα από λίγη ώρα έφτασε σε έναν πανέμορφο κήπο που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη.
Η είσοδός του ήταν μια αψίδα από λουλούδια, ενώ μικρές χρυσές πεταλούδες πετούσαν παντού.
Η Αμορέλ μπήκε μέσα και έμεινε έκπληκτη.
Ολόκληρος ο κήπος ήταν γεμάτος λουλούδια που έλαμπαν σαν μικρά φαναράκια.
Άλλα έβγαζαν απαλό γαλάζιο φως, άλλα ροζ, άλλα χρυσό και άλλα μοβ.
Όσο πλησίαζε, τόσο πιο όμορφα έμοιαζαν.
«Δεν έχω ξαναδεί τόσο μαγικά λουλούδια!» είπε χαμογελώντας.
Προχώρησε πιο βαθιά στον κήπο και ανακάλυψε ένα μικρό λιθόστρωτο μονοπάτι.
Το ακολούθησε μέχρι που έφτασε σε ένα κυκλικό ξέφωτο.
Στο κέντρο υπήρχε ένα τεράστιο λουλούδι με διάφανα πέταλα που λαμπύριζαν σαν κρύσταλλο.
Κάθε φορά που φυσούσε το αεράκι, τα πέταλά του άφηναν μικρές φωτεινές σπίθες να πετούν στον ουρανό.
Η Αμορέλ άπλωσε το χέρι της και άγγιξε απαλά ένα από τα πέταλα.
Αμέσως γύρω της άρχισαν να ανθίζουν κι άλλα μικρά λουλούδια, γεμίζοντας τον κήπο με ακόμη περισσότερα χρώματα.
Στη συνέχεια κάθισε σε ένα παγκάκι φτιαγμένο από λευκή πέτρα και απόλαυσε την ηρεμία.
Άκουγε μόνο το θρόισμα των φύλλων και το απαλό τραγούδι των πουλιών που είχαν φτιάξει τις φωλιές τους στα γύρω δέντρα.
Όταν έπεσε η νύχτα, ο κήπος έγινε ακόμη πιο εντυπωσιακός.
Χιλιάδες φωτεινά λουλούδια φώτιζαν το μονοπάτι σαν μικρά αστέρια πάνω στη γη.
Η Νεράιδα Αμορέλ πέταξε αργά πάνω από τον κήπο και τον κοίταξε από ψηλά.
Έμοιαζε με έναν πολύχρωμο θησαυρό κρυμμένο μέσα στη φύση.
Χαμογέλασε ευτυχισμένη.
Είχε ανακαλύψει ένα μέρος που θα θυμόταν για πάντα.
Και καθώς συνέχιζε το ταξίδι της στον νυχτερινό ουρανό, ήξερε πως ο κόσμος είναι γεμάτος μικρά θαύματα που περιμένουν κάποιον να τα ανακαλύψει.
