Ο Τέντι, το χαρούμενο σκυλάκι, ξύπνησε ένα ήρεμο πρωινό με μια παράξενη αίσθηση.
Κάποιος είχε αφήσει έξω από το σπιτάκι του ένα μικρό μπλε κλειδί.
Πάνω του ήταν χαραγμένη μόνο μία λέξη.
«Ονειρέψου.»
Ο Τέντι δεν είχε ιδέα σε ποια πόρτα ανήκε το κλειδί.
Ξεκίνησε λοιπόν να περπατά στο δάσος, ώσπου έφτασε μπροστά σε ένα παλιό ξενοδοχείο, κρυμμένο ανάμεσα σε πανύψηλα δέντρα.
Το περίεργο ήταν πως δεν υπήρχε ούτε ένας επισκέπτης.
Στην επιγραφή έγραφε:
«Ξενοδοχείο των Χαμένων Ονείρων.»
Ο Τέντι μπήκε διστακτικά μέσα.
Το λόμπι ήταν τεράστιο, γεμάτο πολυελαίους που έλαμπαν σαν αστέρια και μια μεγάλη ξύλινη ρεσεψιόν.
Πίσω της στεκόταν μια ευγενική αλεπού.
«Σε περιμέναμε», του είπε χαμογελώντας.
«Εγώ;»
«Φυσικά. Μόνο όσοι πιστεύουν ακόμη στη φαντασία μπορούν να βρουν αυτό το ξενοδοχείο.»
Η αλεπού του έδωσε έναν χάρτη.
Πάνω του υπήρχαν εκατοντάδες δωμάτια.
Κάθε δωμάτιο έκρυβε κι ένα διαφορετικό όνειρο.
Ο Τέντι άνοιξε την πρώτη πόρτα.
Βρέθηκε σε μια απέραντη βιβλιοθήκη όπου τα βιβλία πετούσαν μόνα τους και άλλαζαν θέση κάθε φορά που κάποιος μάθαινε κάτι καινούριο.
Στο δεύτερο δωμάτιο υπήρχε μια πόλη φτιαγμένη ολόκληρη από μουσικά όργανα.
Οι δρόμοι έπαιζαν μελωδίες, οι γέφυρες τραγουδούσαν και τα δέντρα χόρευαν στον ρυθμό του ανέμου.
Στο τρίτο δωμάτιο ο ουρανός βρισκόταν κάτω από τα πόδια του και τα σύννεφα ήταν οι δρόμοι.
Οι άνθρωποι περπατούσαν επάνω τους κρατώντας πολύχρωμες ομπρέλες, ενώ μικρά αερόστατα τους μετέφεραν από γειτονιά σε γειτονιά.
Ο Τέντι ένιωθε πως κάθε πόρτα οδηγούσε σε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο.
Η τελευταία πόρτα ήταν τελείως άδεια.
Δεν υπήρχε τίποτα.
«Μάλλον κάνατε λάθος», είπε.
Η αλεπού χαμογέλασε.
«Όχι. Αυτό είναι το μοναδικό δωμάτιο που δεν το δημιουργήσαμε εμείς.»
«Και ποιος θα το δημιουργήσει;»
«Εσύ.»
Ξαφνικά οι λευκοί τοίχοι άρχισαν να φωτίζονται.
Ο Τέντι φαντάστηκε έναν τεράστιο κήπο όπου όλα τα ζώα του κόσμου συναντιούνταν, έπαιζαν, μάθαιναν και βοηθούσαν το ένα το άλλο.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το δωμάτιο μεταμορφώθηκε ακριβώς όπως το είχε ονειρευτεί.
Η αλεπού χειροκρότησε.
«Τώρα κατάλαβες γιατί λέγεται Ξενοδοχείο των Χαμένων Ονείρων;»
Ο Τέντι κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Επειδή εδώ δεν χάνονται ποτέ τα όνειρα. Περιμένουν κάποιον να τα φανταστεί ξανά.»
Πριν φύγει, η αλεπού του χάρισε το μικρό μπλε κλειδί.
«Δεν ανοίγει πόρτες», του είπε.
«Ανοίγει τη φαντασία.»
Ο Τέντι επέστρεψε στο σπίτι του κρατώντας σφιχτά το κλειδί.
Από τότε, κάθε φορά που σκεφτόταν μια καινούρια ιδέα, το κλειδί έλαμπε απαλά.
Και ο Τέντι θυμόταν πως τα πιο όμορφα ταξίδια δεν χρειάζονται χάρτες.
Ξεκινούν πάντα από ένα όνειρο που κάποιος τόλμησε να φανταστεί.
