Ο Μαρτυριάρης ήταν ένας ζωηρός παπαγάλος που παρατηρούσε τα πάντα γύρω του. Είχε τόσο καλή μνήμη, που θυμόταν κάθε μικρή λεπτομέρεια από όσα έβλεπε μέσα στη μέρα.
Ένα πρωινό πετούσε πάνω από ένα μεγάλο πάρκο, όταν είδε έναν κύριο να κάθεται σε ένα ξύλινο παγκάκι για να διαβάσει το βιβλίο του.
Ύστερα από λίγη ώρα, ο κύριος σηκώθηκε, πήρε το βιβλίο του και συνέχισε τον περίπατό του.
Ο Μαρτυριάρης όμως πρόσεξε κάτι.
Το ψάθινο καπέλο του είχε μείνει πάνω στο παγκάκι.
«Ωχ! Ξέχασε το καπέλο του!» είπε.
Ο παπαγάλος πέταξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και άρχισε να φωνάζει:
«Το καπέλο! Το καπέλο! Ξέχασες το καπέλο!»
Ο κύριος γύρισε το κεφάλι του, αλλά δεν κατάλαβε από πού ερχόταν η φωνή.
Ο Μαρτυριάρης πέταξε χαμηλότερα και ξαναφώναξε:
«Το καπέλο είναι στο παγκάκι!»
Αυτή τη φορά ο κύριος κοίταξε πίσω του, επέστρεψε στο σημείο όπου είχε καθίσει και βρήκε το καπέλο του.
«Ευτυχώς που το πρόσεξα!» είπε χαμογελώντας.
Ο Μαρτυριάρης καμάρωσε.
Του άρεσε να παρατηρεί όσα οι άλλοι δεν πρόσεχαν.
Συνέχισε τη βόλτα του πάνω από το πάρκο και λίγο αργότερα είδε έναν χαρταετό να έχει μπλεχτεί στα κλαδιά ενός δέντρου.
«Να άλλη μία μικρή αποστολή!» είπε γελώντας.
Πέταξε κοντά και άρχισε να φωνάζει μέχρι που οι άνθρωποι τον πρόσεξαν και κατάλαβαν τι είχε συμβεί.
Όταν όλα τακτοποιήθηκαν, ο Μαρτυριάρης κάθισε σε ένα ψηλό κλαδί και κοίταξε το πάρκο από ψηλά.
Χαμογέλασε.
Ήξερε πως τα παρατηρητικά μάτια μπορούν πολλές φορές να βοηθήσουν τους άλλους και πως κάθε μέρα έκρυβε μια νέα ευκαιρία να ανακαλύψει κάτι που είχε περάσει απαρατήρητο.
