Ο Μαρτυριάρης Παπαγάλος πετούσε πάνω από την πόλη, όπως έκανε κάθε πρωί.
Του άρεσε να παρατηρεί τα πάντα από ψηλά και να ανακαλύπτει μικρές ιστορίες που κανείς άλλος δεν πρόσεχε.
Εκείνη την ημέρα είδε κάτι περίεργο στην πλατεία.
Ένας ζωγράφος ετοίμαζε έναν μεγάλο πίνακα, αλλά κάθε φορά που απομακρυνόταν, ένα μικρό γατάκι πλησίαζε και ακουμπούσε απαλά την πατούσα του στο κάτω μέρος του καμβά.
Ο Μαρτυριάρης Παπαγάλος πέταξε πιο χαμηλά.
«Το είδα! Το είδα!» φώναξε.
Ο ζωγράφος γύρισε και κοίταξε με απορία.
Τότε είδε τη μικρή πατημασιά πάνω στον πίνακα.
Στην αρχή ξαφνιάστηκε, αλλά μετά χαμογέλασε.
Η μικρή πατημασιά έκανε τον πίνακα ακόμα πιο ξεχωριστό.
«Τελικά έγινε μια όμορφη λεπτομέρεια!» είπε.
Ο Μαρτυριάρης Παπαγάλος συνέχισε την πτήση του πάνω από την πόλη.
Λίγο αργότερα είδε έναν μουσικό που έψαχνε το καπέλο του.
Αμέσως πέταξε ψηλά και το εντόπισε πάνω σε ένα παγκάκι.
«Από εδώ! Από εδώ!» φώναξε.
Ο μουσικός τον ακολούθησε και βρήκε αυτό που έψαχνε.
Όταν ο ήλιος άρχισε να δύει, ο Μαρτυριάρης Παπαγάλος κάθισε στην κορυφή ενός δέντρου.
Ήταν χαρούμενος.
Μπορεί να έλεγε όλα όσα έβλεπε, αλλά πολλές φορές αυτό βοηθούσε τους άλλους.
Και έτσι κάθε μέρα του γινόταν μια νέα μικρή περιπέτεια.
