Η Κοτούλα η Καλή ξύπνησε νωρίς το πρωί στη μικρή φάρμα.
Ο ήλιος μόλις είχε εμφανιστεί και όλα τα ζωάκια άρχισαν σιγά σιγά να ξυπνούν.
Η Κοτούλα αγαπούσε να ξεκινά τη μέρα της βοηθώντας τους φίλους της.
«Για να δούμε τι όμορφο μπορούμε να κάνουμε σήμερα!» είπε χαρούμενα.
Βγήκε λοιπόν μια βόλτα στη φάρμα.
Πρώτα συνάντησε τα μικρά παπάκια που προσπαθούσαν να τακτοποιήσουν τον χώρο τους.
Η Κοτούλα πήγε αμέσως κοντά τους.
«Θα σας βοηθήσω εγώ!» είπε.
Μαζί κατάφεραν να τελειώσουν πολύ πιο γρήγορα.
Λίγο αργότερα είδε το μικρό προβατάκι που ετοίμαζε μια ζωγραφιά για τη γιορτή της φάρμας.
Δεν μπορούσε όμως να αποφασίσει ποια χρώματα να χρησιμοποιήσει.
Η Κοτούλα κάθισε δίπλα του και άρχισαν να διαλέγουν μαζί.
Η ζωγραφιά έγινε υπέροχη.
Όσο περνούσε η μέρα, όλα τα ζωάκια πρόσεξαν πόσο πολύ προσπαθούσε η Κοτούλα να βοηθά τους πάντες.
Έτσι αποφάσισαν να της ετοιμάσουν μια μικρή έκπληξη.
Όταν έφτασε το απόγευμα, την κάλεσαν στο μεγάλο λιβάδι.
Εκεί είχαν φτιάξει μια όμορφη γιορτή.
Υπήρχαν λουλούδια, μουσική και μια μεγάλη πινακίδα που έγραφε:
«Ευχαριστούμε, Κοτούλα!»
Η Κοτούλα συγκινήθηκε πολύ.
Δεν βοηθούσε τους άλλους για να πάρει κάτι πίσω.
Το έκανε επειδή της άρεσε να βλέπει τους φίλους της χαρούμενους.
Εκείνη την ημέρα όμως κατάλαβε κάτι ακόμη.
Όταν μοιράζεις καλοσύνη γύρω σου, κάποια στιγμή η καλοσύνη βρίσκει πάντα τον δρόμο να επιστρέψει.
