Ο Μίμης πέταξε ψηλά στον πρωινό ουρανό, αφήνοντας πίσω του το πυκνό δάσος. Ήθελε να γνωρίσει μια καινούρια περιοχή που φαινόταν στον ορίζοντα.
Ύστερα από λίγη ώρα έφτασε σε μια απέραντη κοιλάδα γεμάτη ηλίανθους.
Χιλιάδες κίτρινα λουλούδια ήταν στραμμένα προς τον ήλιο και έμοιαζαν σαν μια χρυσή θάλασσα που απλωνόταν όσο έφτανε το βλέμμα.
Ο Μίμης κατέβηκε χαμηλά και πέταξε ανάμεσα στα ψηλά άνθη.
Καθώς περνούσε, οι μεγάλοι ηλίανθοι λικνίζονταν απαλά με το αεράκι.
Λίγο πιο πέρα ανακάλυψε έναν παλιό ξύλινο ανεμόμυλο που στεκόταν μόνος του στη μέση της κοιλάδας.
Πέταξε γύρω του δύο φορές και κάθισε για λίγο στην κορυφή του.
Από εκεί μπορούσε να δει ολόκληρο το χρυσαφένιο τοπίο.
Όταν συνέχισε το ταξίδι του, βρήκε ένα μικρό πέτρινο μονοπάτι που οδηγούσε σε έναν οπωρώνα γεμάτο καρποφόρα δέντρα.
Πέταξε πάνω από τις καταπράσινες φυλλωσιές και απόλαυσε το δροσερό αεράκι που φυσούσε ανάμεσά τους.
Καθώς πλησίαζε το απόγευμα, ο ήλιος έλουζε την κοιλάδα με ζεστό χρυσαφένιο φως.
Οι ηλίανθοι έμοιαζαν να λάμπουν ακόμη περισσότερο.
Ο Μίμης έκανε έναν τελευταίο μεγάλο κύκλο πάνω από την κοιλάδα.
Χαμογέλασε.
Ήξερε πως ο κόσμος ήταν γεμάτος πανέμορφα τοπία και πως κάθε πτήση μπορούσε να τον οδηγήσει σε έναν ακόμη ξεχωριστό προορισμό.
