Η Νίνα ξύπνησε ένα όμορφο πρωινό και κοίταξε τον ήλιο που ανέβαινε σιγά σιγά στον ουρανό.
Η σαβάνα ήταν ήρεμη και το απαλό αεράκι κινούσε τα ψηλά χορτάρια.
Εκείνη την ημέρα η Νίνα ήθελε να ανακαλύψει ένα μέρος που δεν είχε επισκεφθεί ποτέ.
Ξεκίνησε λοιπόν τη βόλτα της, κοιτώντας γύρω της με περιέργεια.
Μετά από αρκετή ώρα είδε από μακριά ένα τεράστιο δέντρο.
Ήταν πολύ πιο ψηλό από όλα τα υπόλοιπα και τα μεγάλα του κλαδιά απλώνονταν σαν μια φυσική ομπρέλα.
«Πρέπει να δω τι υπάρχει εκεί!» είπε χαρούμενη.
Όταν έφτασε κοντά, σήκωσε τον μακρύ της λαιμό και παρατήρησε τα φύλλα στην κορυφή.
Από εκεί ψηλά μπορούσε να δει πολύ μακριά.
Τους λόφους, τα ποτάμια και όλα τα ζώα που περπατούσαν στη σαβάνα.
Η θέα ήταν υπέροχη.
Γύρω από το μεγάλο δέντρο υπήρχαν μικρές πινακίδες φτιαγμένες από ξύλο.
Έδειχναν διάφορες διαδρομές που οδηγούσαν σε όμορφα σημεία της περιοχής.
Η Νίνα αποφάσισε να τις ακολουθήσει.
Πέρασε από μια περιοχή γεμάτη πολύχρωμα λουλούδια, είδε παράξενα φυτά και ανακάλυψε μικρές γωνιές που δεν φαίνονταν από μακριά.
Καθώς συνέχιζε τη βόλτα της, συνάντησε πολλά ζώα που είχαν έρθει και αυτά για να δουν το μεγάλο δέντρο.
Όλοι θαύμαζαν το πόσο ξεχωριστό ήταν.
Όταν ο ήλιος άρχισε να δύει, η Νίνα γύρισε για μια τελευταία ματιά.
Το μεγάλο δέντρο φαινόταν ακόμα πιο όμορφο κάτω από τα χρώματα του απογεύματος.
Χαμογέλασε.
Εκείνη η ημέρα της θύμισε πως όσο ψηλά κι αν μπορείς να δεις, πάντα υπάρχουν καινούρια πράγματα που περιμένουν να τα ανακαλύψεις.
