Ο Μπλάκυ ήταν ένα δυνατό και γρήγορο πούμα που αγαπούσε να εξερευνά τα βουνά. Του άρεσε να περπατά στα στενά μονοπάτια, να σκαρφαλώνει σε μεγάλους βράχους και να παρατηρεί τη φύση από ψηλά.
Ένα δροσερό πρωινό ξεκίνησε για μια μεγάλη διαδρομή. Ο ήλιος μόλις είχε ανατείλει και οι κορυφές των βουνών φωτίζονταν σιγά σιγά.
Ο Μπλάκυ ακολουθούσε ένα πέτρινο μονοπάτι που περνούσε ανάμεσα σε απόκρημνους βράχους. Κάθε τόσο σταματούσε για να κοιτάξει τον ορίζοντα, όπου τα βουνά διαδέχονταν το ένα το άλλο.
Ύστερα από αρκετή ώρα έφτασε σε μια φυσική πέτρινη εξέδρα. Από εκεί μπορούσε να δει μια μεγάλη κοιλάδα με πυκνά δάση και ένα ποτάμι που κυλούσε ανάμεσα στα δέντρα.
Έμεινε για λίγο να απολαμβάνει τη θέα.
Ξαφνικά, ένα κοπάδι σύννεφα πέρασε μπροστά από τον ήλιο και για λίγα λεπτά ολόκληρο το τοπίο σκιάστηκε. Όταν ο ήλιος εμφανίστηκε ξανά, οι πλαγιές φωτίστηκαν με νέο τρόπο και το βουνό έμοιαζε σαν να είχε αλλάξει όψη.
Ο Μπλάκυ συνέχισε τη διαδρομή του, πηδώντας με ευκολία από βράχο σε βράχο.
Λίγο πιο πέρα ανακάλυψε ένα στενό μονοπάτι που οδηγούσε στην κορυφή του βουνού.
Μόλις έφτασε εκεί, ένας δροσερός αέρας φύσηξε απαλά και του χάρισε μια υπέροχη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ο ουρανός ήταν καθαρός και μπορούσε να δει μέχρι τα μακρινά βουνά που χάνονταν στον ορίζοντα.
Ο Μπλάκυ κάθισε για λίγο στην άκρη του βράχου και απόλαυσε τη στιγμή.
Ήξερε πως κάθε ανάβαση οδηγούσε σε μια καινούρια εικόνα και πως τα βουνά είχαν πάντα κάτι διαφορετικό να του προσφέρουν.
Με ήρεμα βήματα πήρε τον δρόμο της επιστροφής, ανυπομονώντας για την επόμενη εξόρμησή του στη φύση.
