Ο Αντρέας περπατούσε αργά πάνω στον αμμώδη βυθό, όταν παρατήρησε έναν παράξενο κυκλικό βράχο που ξεχώριζε από όλους τους υπόλοιπους.
Πλησίασε με περιέργεια.
Ο βράχος είχε χαραγμένες γραμμές και σχήματα που έμοιαζαν με ένα τεράστιο ρολόι.
«Τι περίεργο μέρος!» είπε.
Άρχισε να εξερευνά την περιοχή γύρω του.
Δίπλα στον μεγάλο βράχο υπήρχαν πέτρινες κολόνες διαφορετικού ύψους, τοποθετημένες σε κύκλο, σαν να είχαν φτιαχτεί από κάποιον πολύ παλιά.
Ο Αντρέας πέρασε ανάμεσά τους, αγγίζοντας με τα πλοκάμια του τις λείες επιφάνειές τους.
Λίγο πιο πέρα ανακάλυψε μια μεγάλη πέτρινη πλατεία στον βυθό.
Το έδαφος ήταν καλυμμένο με επίπεδες πέτρες που σχημάτιζαν όμορφα σχέδια.
Ο Αντρέας περπάτησε αργά από τη μία άκρη ως την άλλη, παρατηρώντας κάθε μικρή λεπτομέρεια.
Στη συνέχεια ανέβηκε επάνω σε έναν μεγάλο στρογγυλό βράχο.
Από εκεί μπορούσε να δει ολόκληρη την περιοχή.
Οι ακτίνες του ήλιου περνούσαν μέσα από το νερό και φώτιζαν τις πέτρες, δημιουργώντας κινούμενα φωτεινά σχέδια.
Ο Αντρέας έμεινε για λίγο να απολαμβάνει τη γαλήνη του βυθού.
Πριν φύγει, έκανε έναν τελευταίο κύκλο γύρω από το πέτρινο ρολόι.
Χαμογέλασε.
Δεν ήξερε ποιος το είχε δημιουργήσει ούτε πόσα χρόνια βρισκόταν εκεί.
Ήξερε όμως πως ο βυθός ήταν γεμάτος μυστήρια και πως κάθε νέα εξερεύνηση μπορούσε να του αποκαλύψει ένα ακόμη ξεχωριστό μέρος.
