Η Άννα η ζαργάνα ξύπνησε ένα φωτεινό πρωινό στα καταγάλανα νερά της θάλασσας.
Κολυμπούσε γρήγορα και της άρεσε να εξερευνά κάθε γωνιά του βυθού.
Εκείνη την ημέρα αποφάσισε να ακολουθήσει ένα μονοπάτι ανάμεσα στα βράχια που δεν είχε διασχίσει ποτέ ξανά.
Ύστερα από λίγη ώρα έφτασε μπροστά σε έναν εντυπωσιακό κοραλλιογενή κήπο.
Πολύχρωμα κοράλλια σχημάτιζαν μικρούς δρόμους, ενώ ψαράκια κάθε χρώματος κολυμπούσαν ήρεμα ανάμεσά τους.
«Τι όμορφο μέρος!» είπε με ενθουσιασμό.
Η Άννα άρχισε να εξερευνά τον κήπο.
Πέρασε δίπλα από μεγάλα κοράλλια που έμοιαζαν με δέντρα, από πέτρες γεμάτες θαλάσσια λουλούδια και από μικρές φυσικές αψίδες που οδηγούσαν σε νέες διαδρομές.
Λίγο πιο πέρα ανακάλυψε μια στρογγυλή λιμνούλα με κρυστάλλινο νερό.
Στην επιφάνειά της καθρεφτιζόταν το φως του ήλιου, δημιουργώντας λαμπερές χρυσές αντανακλάσεις.
Η Άννα στάθηκε για λίγο και απόλαυσε την ηρεμία του τόπου.
Στη συνέχεια ακολούθησε ένα μονοπάτι που οδηγούσε σε ένα μικρό παρατηρητήριο φτιαγμένο από φυσικούς βράχους.
Από εκεί μπορούσε να δει ολόκληρο τον κοραλλιογενή κήπο να απλώνεται μπροστά της.
Το θέαμα ήταν μαγευτικό.
Χιλιάδες πολύχρωμα ψαράκια κολυμπούσαν ανάμεσα στα κοράλλια, ενώ θαλάσσιες χελώνες περνούσαν ήρεμα από μακριά.
Πριν φύγει, βρήκε ένα μικρό κοχύλι με υπέροχα σχέδια.
Το κράτησε ως αναμνηστικό της όμορφης εξερεύνησής της και το φύλαξε προσεκτικά.
Καθώς κολυμπούσε για την επιστροφή, γύρισε για μια τελευταία ματιά στον κοραλλιογενή κήπο.
Χαμογέλασε.
Κατάλαβε πως ο βυθός είναι γεμάτος κρυμμένους θησαυρούς και πως κάθε νέα διαδρομή μπορεί να οδηγήσει σε μια υπέροχη ανακάλυψη.
Με αυτή τη σκέψη συνέχισε το ταξίδι της, ανυπομονώντας ήδη για την επόμενη περιπέτεια που θα της χάριζε η απέραντη γαλάζια θάλασσα.
