Ο Μπέμπης Shark ξύπνησε νωρίς και ξεκίνησε τη βόλτα του στα γαλάζια νερά του ωκεανού. Το νερό ήταν ήρεμο και όλα έμοιαζαν να κυλούν όπως κάθε μέρα.
Ξαφνικά, ένιωσε ένα δυνατό θαλάσσιο ρεύμα να τον παρασέρνει απαλά προς μια άγνωστη κατεύθυνση.
«Μα από πού εμφανίστηκε αυτό;» αναρωτήθηκε.
Αντί να φοβηθεί, άφησε το ρεύμα να τον οδηγήσει. Περνούσε ανάμεσα από μεγάλους βράχους, κάτω από φυσικές πέτρινες αψίδες και δίπλα από πολύχρωμα φύκια που χόρευαν με το νερό.
Λίγο αργότερα, το ρεύμα έγινε πιο ήρεμο και ο Μπέμπης βρέθηκε σε μια απέραντη υποθαλάσσια πεδιάδα με απαλή λευκή άμμο. Εκεί ο ήλιος φώτιζε τον βυθό τόσο έντονα, που όλα έμοιαζαν να λάμπουν.
Συνέχισε την εξερεύνησή του, ώσπου πρόσεξε ότι το νερό είχε αρχίσει να γίνεται πιο δροσερό. Ήταν σημάδι πως ένα νέο ρεύμα πλησίαζε.
Με μια γρήγορη στροφή άλλαξε πορεία και άρχισε να κολυμπά παράλληλα με το ρεύμα, παρατηρώντας πώς άλλαζε συνεχώς η θάλασσα γύρω του. Άλλοτε το νερό ήταν γαλάζιο, άλλοτε βαθύ μπλε και άλλοτε πρασινογάλαζο, ανάλογα με το φως του ήλιου.
Όταν έφτασε το απόγευμα, το ρεύμα κόπασε εντελώς.
Ο Μπέμπης ανέβηκε για λίγο κοντά στην επιφάνεια και είδε τον ήλιο να βάφει τον ουρανό πορτοκαλί και χρυσό.
Χαμογέλασε.
«Η θάλασσα δεν είναι ποτέ ίδια», σκέφτηκε. «Κάθε μέρα μου δείχνει μια καινούρια εικόνα.»
Και με μια γρήγορη βουτιά χάθηκε ξανά στα γαλάζια νερά, έτοιμος να ζήσει μια ακόμη όμορφη ημέρα στον απέραντο ωκεανό.
