Στον μαγικό, φωτεινό βυθό, εκεί όπου τα κοράλλια έμοιαζαν με χριστουγεννιάτικα δέντρα και τα ψαράκια κολυμπούσαν σαν πολύχρωμες νιφάδες, ζούσε ο μικρός Μπέμπης Shark. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος που πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, που κάθε μέρα ξυπνούσε πριν ανατείλει ο ήλιος της θάλασσας. Οι γονείς του χαμογελούσαν βλέποντάς τον να τινάζει τη μικρή του ουρίτσα από χαρά.
Εκείνη τη χρονιά, ο Μπέμπης είχε αποφασίσει να κάνει κάτι πολύ σημαντικό για πρώτη φορά:
να γράψει γράμμα στον Άη Βασίλη του Βυθού.
«Πρέπει να είναι τέλειο», σκέφτηκε.
«Ο Άη Βασίλης πρέπει να ξέρει ακριβώς τι είναι αυτό που ονειρεύομαι.»
Έτσι, πήρε ένα κοχύλι τετράδιο, μια πένα από φύκι και κάθισε δίπλα σε έναν βράχο που έλαμπε από βιοφωτισμό. Σκέφτηκε… ξανασκέφτηκε… και τελικά άρχισε να γράφει.
Όμως κάτι παράξενο συνέβη. Κάθε φορά που πήγαινε να γράψει τι δώρο θέλει, το μυαλό του μπλεκόταν.
«Θέλω ένα καινούργιο υποβρύχιο παιχνίδι;»
«Ή μήπως ένα φανταστικό φωτεινό κοράλι;»
«Ή μια μαλακή ανεμώνη μαξιλάρι;»
Τίποτα δεν του φαινόταν αρκετά ξεχωριστό.
Στεναχωρήθηκε λίγο και άφησε το κοχύλι να πέσει απαλά στην άμμο.
Τότε, εμφανίστηκε το καλύτερός φίλος του, ο Τούκα , ένα φουσκωτό ψάρι που πάντα ήξερε πότε κάποιος είχε ανάγκη αγκαλιά.
«Μπέμπη, γιατί κάνεις έτσι;» τον ρώτησε.
Ο μικρός καρχαρίας του εξήγησε πως δεν ξέρει τι δώρο να ζητήσει.
Ο Τούκα χαμογέλασε.
«Μα δεν χρειάζεται να είναι κάτι μεγάλο. Χρειάζεται να είναι κάτι που αγαπάς.»
Ο Μπέμπης σκέφτηκε τότε κάτι που τον έκανε να φωτίσει ολόκληρος, σαν λαμπάκι θαλάσσιας γιρλάντας.
Ήξερε τι ήθελε πραγματικά!
Πήρε λοιπόν ξανά το κοχύλι και άρχισε να γράφει:
«Αγαπημένε Άη Βασίλη,
Φέτος δεν θέλω πολλά. Θέλω μόνο κάτι μαγικό:
Θέλω να περάσω μια μέρα ολόκληρη με τη μαμά και τον μπαμπά,
να παίξουμε στα κύματα, να τραγουδήσουμε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα του βυθού
και να κάνουμε την πιο μεγάλη, φωτεινή αγκαλιά της χρονιάς.
Αυτό είναι το δώρο που θέλει ο μικρός Μπέμπης Shark.»
Όταν τελείωσε, διπλώσε το γράμμα προσεκτικά μέσα σε ένα μεγάλο ροζ κοχύλι και το άφησε στο Ταχυδρομείο των Παλιρροιών, εκεί όπου τα δελφίνια παραλάμβαναν τα γράμματα των παιδιών.
Την παραμονή των Χριστουγέννων, η θάλασσα άστραφτε. Μικρά φωτεινά πλαγκτον φώτιζαν τα νερά σαν μικροσκοπικές νιφάδες χιονιού. Ο Μπέμπης ξύπνησε και βρήκε μια χρυσαφένια άμμο να σχηματίζει μια καρδιά μπροστά στη σπηλιά του το σημάδι ότι ο Άη Βασίλης είχε περάσει.
Και τότε είδε το μεγαλύτερο δώρο:
Τη μαμά και τον μπαμπά να τον περιμένουν με χαμόγελο.
«Μικρέ μας Μπέμπη», είπαν, «σήμερα η μέρα είναι όλη δική σου.»
Έπαιξαν στα κοράλλια, τραγούδησαν χριστουγεννιάτικα τραγούδια του βυθού, κολύμπησαν μέσα από υποβρύχιες στοές που άστραφταν, και στο τέλος αγκαλιάστηκαν τόσο σφιχτά, που ο μικρός καρχαρίας ένιωσε όλο τον κόσμο να χωράει μέσα σε εκείνη τη στιγμή.
Και κάπως έτσι, ο Μπέμπης κατάλαβε ότι μερικά δώρα δεν είναι αντικείμενα.
Είναι στιγμές.
Είναι αγκαλιές.
Είναι οι άνθρωποι ή τα ψάρια που αγαπάμε.
Κι εκείνο το βράδυ, ο ουρανός της θάλασσας έλαμπε λίγο περισσότερο, σαν να χαμογελούσε κι ο Άη Βασίλης.
