Ο Τζακ και η Τζίνη ξύπνησαν ένα ηλιόλουστο πρωινό με μεγάλη διάθεση για εξερεύνηση.
Ετοίμασαν τα σακίδιά τους, πήραν τον αγαπημένο τους χάρτη και βγήκαν από το σπίτι.
Πριν προλάβουν όμως να αποφασίσουν προς τα πού θα πάνε, ένα μικρό μπλε μπουκάλι κύλησε μπροστά στα πόδια τους.
Μέσα του υπήρχε ένα παλιό εισιτήριο.
Επάνω έγραφε:
«Λιμάνι των Ταξιδιών που Δεν Είχαν Γίνει Ποτέ – Αναχώρηση σε πέντε λεπτά.»
«Πάμε;» ρώτησε ο Τζακ.
«Φυσικά πάμε!» απάντησε γελώντας η Τζίνη.
Μόλις άγγιξαν το εισιτήριο, ένας μεγάλος ξύλινος σταθμός εμφανίστηκε μπροστά τους.
Δίπλα στην αποβάθρα περίμενε ένα παράξενο καράβι.
Δεν έπλεε στο νερό.
Ταξίδευε πάνω σε σύννεφα.
Στο τιμόνι στεκόταν μια σοφή χελώνα με ναυτικό καπέλο.
«Καλώς ήρθατε! Σήμερα θα επισκεφθείτε μέρη που υπάρχουν μόνο για όσους τολμούν να φανταστούν κάτι καινούριο.»
Το καράβι ξεκίνησε αργά.
Η πρώτη στάση ήταν το Νησί των Ανάποδων Πυξίδων.
Εκεί όλες οι πυξίδες έδειχναν προς την πιο ενδιαφέρουσα περιπέτεια και όχι προς τον βορρά.
Ο Τζακ διάλεξε έναν δρόμο που περνούσε μέσα από πολύχρωμες καμάρες.
Η Τζίνη έναν άλλο, γεμάτο γιγάντια λουλούδια.
Στο τέλος και οι δύο δρόμοι συναντήθηκαν στην ίδια όμορφη πλατεία.
Η χελώνα χαμογέλασε.
«Μερικές φορές διαφορετικές επιλογές μπορούν να οδηγήσουν στον ίδιο υπέροχο προορισμό.»
Το ταξίδι συνεχίστηκε.
Η δεύτερη στάση ήταν η Αγορά των Παράξενων Αποσκευών.
Δεν υπήρχαν βαλίτσες με ρούχα.
Υπήρχαν βαλίτσες γεμάτες γέλια, περιέργεια, μουσικές, ιδέες και όνειρα.
Ο Τζακ διάλεξε μια βαλίτσα γεμάτη χάρτες.
Η Τζίνη μία που ήταν γεμάτη χρωματιστά μολύβια.
Μόλις τις άνοιξαν, εμφανίστηκαν δεκάδες καινούριες διαδρομές και όμορφες εικόνες.
«Οι καλύτερες αποσκευές είναι αυτές που γεμίζουν το μυαλό και την καρδιά», είπε η χελώνα.
Λίγο αργότερα το καράβι έφτασε στον τελευταίο προορισμό.
Πάνω σε έναν τεράστιο βράχο υπήρχε μια επιγραφή.
«Ο Φάρος των Επόμενων Περιπετειών.»
Ανέβηκαν όλοι μαζί τα πολλά σκαλιά.
Στην κορυφή δεν υπήρχε φως.
Υπήρχε ένας τεράστιος γυάλινος φακός.
«Κοιτάξτε μέσα», είπε η χελώνα.
Ο Τζακ είδε μελλοντικές εξερευνήσεις σε βουνά, λίμνες και μαγικά δάση.
Η Τζίνη είδε άγνωστες πόλεις, εργαστήρια εφευρέσεων και ουρανούς γεμάτους αερόστατα.
«Είναι αληθινά όλα αυτά;» ρώτησε η Τζίνη.
Η χελώνα χαμογέλασε.
«Είναι οι περιπέτειες που σας περιμένουν, αρκεί να συνεχίσετε να είστε περίεργοι, να μαθαίνετε και να μην φοβάστε το άγνωστο.»
Πριν επιστρέψουν, τους χάρισε από μία μικρή πυξίδα.
Οι πυξίδες δεν έδειχναν κατευθύνσεις.
Άρχιζαν να φωτίζονται κάθε φορά που ο Τζακ και η Τζίνη ανακάλυπταν κάτι καινούριο ή βοηθούσαν κάποιον στο ταξίδι του.
Οι δύο φίλοι αποχαιρέτησαν τη χελώνα και επιβιβάστηκαν ξανά στο σύννεφο-καράβι.
Όταν έφτασαν σπίτι τους, οι πυξίδες έλαμπαν ακόμη απαλά.
Από εκείνη την ημέρα κατάλαβαν πως το μεγαλύτερο ταξίδι δεν είναι εκείνο που σε πηγαίνει πιο μακριά.
Είναι εκείνο που σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο με περισσότερη περιέργεια, περισσότερη γνώση και περισσότερη χαρά.
Και έτσι, κάθε νέα μέρα γινόταν η αρχή μιας ακόμη αξέχαστης περιπέτειας.
