Ο Τζακ και η Τζίνη ετοίμασαν τα σακίδιά τους για ακόμη μία μεγάλη περιπέτεια.
Αυτή τη φορά ο προορισμός τους ήταν ένα μικρό χωριό που κανείς δεν μπορούσε να βρει σε χάρτη.
Το μόνο στοιχείο που είχαν ήταν μια παλιά πυξίδα.
Όμως αυτή δεν έδειχνε ποτέ τον βορρά.
Έδειχνε μόνο... την περιέργεια.
Κάθε φορά που ο Τζακ και η Τζίνη ανακάλυπταν κάτι καινούριο, η βελόνα της άρχιζε να γυρίζει μέχρι να βρει τον επόμενο προορισμό.
Έπειτα από ένα μεγάλο ταξίδι έφτασαν μπροστά σε μια πέτρινη καμάρα.
Πάνω της ήταν γραμμένο:
«Καλώς ήρθατε στο Χωριό χωρίς Ρολόγια.»
Οι δύο φίλοι κοιτάχτηκαν απορημένοι.
Περπάτησαν στα πλακόστρωτα σοκάκια και παρατήρησαν πως πραγματικά δεν υπήρχε ούτε ένα ρολόι.
Ούτε σε σπίτια.
Ούτε στην πλατεία.
Ούτε στο σχολείο.
Ακόμη και το καμπαναριό ήταν άδειο.
Ένας χαμογελαστός φούρναρης τούς καλωσόρισε.
«Πώς ξέρετε τι ώρα είναι;» τον ρώτησε η Τζίνη.
Ο φούρναρης γέλασε.
«Δεν τη μετράμε.»
«Και πώς ξέρετε πότε να δουλέψετε;»
«Όταν μυρίσει το πρωινό ψωμί.»
«Πότε ξεκινά το σχολείο;»
«Όταν γεμίσει η πλατεία με παιδικά γέλια.»
«Και πότε έρχεται το βράδυ;»
«Όταν ο ουρανός ανάψει τα πρώτα του αστέρια.»
Οι δυο τους συνέχισαν τη βόλτα.
Στον κήπο του χωριού οι κηπουροί δεν κοιτούσαν ρολόγια.
Παρατηρούσαν τα λουλούδια.
Οι μουσικοί ξεκινούσαν να παίζουν όταν μαζευόταν αρκετός κόσμος.
Οι ζωγράφοι σταματούσαν όταν ένιωθαν πως ο πίνακας είχε ολοκληρωθεί.
Όλοι άκουγαν περισσότερο τη φύση και λιγότερο τους δείκτες.
Στην πλατεία βρήκαν ένα παράξενο μουσείο.
Δεν είχε εκθέματα.
Είχε μόνο άδεια δωμάτια.
«Πού είναι όλα;» ρώτησε ο Τζακ.
Η ξεναγός χαμογέλασε.
«Κάθε επισκέπτης γεμίζει ένα δωμάτιο με την πιο όμορφη ανάμνησή του.»
Ο Τζακ έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε μια εκδρομή με την οικογένειά του.
Αμέσως το δωμάτιο γέμισε δέντρα, γέλια και ήχους από πουλιά.
Η Τζίνη θυμήθηκε μια μέρα που έμαθε να κάνει ποδήλατο.
Το διπλανό δωμάτιο γέμισε χαμόγελα, λουλούδια και πολύχρωμους χαρταετούς.
Οι αναμνήσεις τους έγιναν μέρος του μουσείου.
Πριν φύγουν, ο δήμαρχος του χωριού τους χάρισε ένα μικρό ξύλινο ρολόι.
Δεν είχε δείκτες.
Στη θέση τους υπήρχε μια μόνο λέξη.
«Τώρα.»
«Γιατί δεν έχει ώρες;» ρώτησε η Τζίνη.
«Γιατί η πιο σημαντική στιγμή είναι πάντα αυτή που ζεις εκείνη τη στιγμή», απάντησε ο δήμαρχος.
Ο Τζακ και η Τζίνη τον ευχαρίστησαν και ξεκίνησαν τον δρόμο της επιστροφής.
Η μαγική πυξίδα άρχισε ξανά να περιστρέφεται.
Μια νέα περιπέτεια τους περίμενε κάπου στον κόσμο.
Όμως πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους, στάθηκαν για λίγο στην κορυφή ενός λόφου και κοίταξαν το χωριό να χάνεται στον ορίζοντα.
Εκείνη την ημέρα κατάλαβαν πως η ζωή δεν γίνεται πιο όμορφη όταν μετράμε κάθε λεπτό.
Γίνεται πιο όμορφη όταν γεμίζουμε κάθε στιγμή με ανακαλύψεις, φίλους και χαρούμενες αναμνήσεις.
