Ο Τζακ και η Τζίνη ξύπνησαν ένα ήσυχο πρωινό όταν άκουσαν κάποιον να χτυπά τρεις φορές την πόρτα τους.
Βγήκαν έξω.
Δεν υπήρχε κανείς.
Στο κατώφλι όμως βρισκόταν ένας μικρός χάλκινος κύλινδρος.
Ο Τζακ τον άνοιξε προσεκτικά.
Μέσα υπήρχε μόνο μία κάρτα.
«Πρακτορείο Χαμένων Ερωτήσεων. Χρειαζόμαστε επειγόντως δύο εξερευνητές.»
Κοίταξαν ο ένας τον άλλον και χαμογέλασαν.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, το έδαφος άνοιξε απαλά και εμφανίστηκε ένας γυάλινος ανελκυστήρας.
Τους κατέβασε βαθιά κάτω από τη γη.
Όταν οι πόρτες άνοιξαν, βρέθηκαν σε μια τεράστια υπόγεια πόλη.
Δεν υπήρχαν σπίτια.
Υπήρχαν μόνο αμέτρητα συρτάρια.
Μικρά.
Μεγάλα.
Στρογγυλά.
Τετράγωνα.
Χιλιάδες συρτάρια μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα.
Ένας ασπρομάλλης τυφλοπόντικας με στρογγυλά γυαλιά τους πλησίασε.
«Καλώς ήρθατε στο Πρακτορείο Χαμένων Ερωτήσεων.»
Η Τζίνη απόρησε.
«Τι σημαίνει χαμένες ερωτήσεις;»
Ο τυφλοπόντικας χαμογέλασε.
«Είναι όλες εκείνες οι απορίες που κάποιος σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά ξέχασε να τις κάνει.»
Τους οδήγησε στο πρώτο δωμάτιο.
Κάθε φορά που άνοιγαν ένα συρτάρι, ακουγόταν μια διαφορετική ερώτηση.
«Πώς θα ήταν μια πόλη χωρίς δρόμους;»
«Μπορούν τα δέντρα να επικοινωνούν μεταξύ τους;»
«Πώς θα έμοιαζε μια βιβλιοθήκη κάτω από τη θάλασσα;»
«Τι θα γινόταν αν όλα τα ρολόγια έδειχναν μόνο τη στιγμή που ζούμε;»
Ο Τζακ και η Τζίνη εντυπωσιάστηκαν.
Στη συνέχεια μπήκαν στο Εργαστήριο των Απαντήσεων.
Εκεί δεν υπήρχαν βιβλία.
Υπήρχαν τεράστιοι πίνακες, μαρκαδόροι, μακέτες και υλικά κατασκευών.
«Εδώ», είπε ο τυφλοπόντικας, «κανείς δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις.»
«Τότε τι κάνουμε;» ρώτησε ο Τζακ.
«Δημιουργούμε πιθανές λύσεις.»
Οι δύο φίλοι άρχισαν να δουλεύουν.
Για την πόλη χωρίς δρόμους σχεδίασαν αιωρούμενες γέφυρες.
Για τη βιβλιοθήκη του βυθού δημιούργησαν γυάλιους θόλους γεμάτους βιβλία.
Για τα δέντρα που επικοινωνούν έφτιαξαν ένα τεράστιο υπόγειο δίκτυο ριζών που μετέφερε μηνύματα.
Κάθε φορά που ολοκλήρωναν μια ιδέα, ένα συρτάρι άδειαζε και μετατρεπόταν σε χρυσό.
«Μία ακόμη χαμένη ερώτηση βρήκε τον δρόμο της», είπε ο τυφλοπόντικας.
Πριν φύγουν, τους οδήγησε στην τελευταία αίθουσα.
Ήταν εντελώς άδεια.
Στο κέντρο υπήρχε μόνο ένα μεγάλο συρτάρι.
Πάνω του έγραφε:
«Η επόμενη μεγάλη ερώτηση.»
«Τι έχει μέσα;» ρώτησε η Τζίνη.
«Τίποτα ακόμη», απάντησε ο τυφλοπόντικας.
«Περιμένει την ερώτηση που δεν έχει σκεφτεί κανείς.»
Οι δύο φίλοι έμειναν για λίγο σιωπηλοί.
Τότε κατάλαβαν πως οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις δεν ξεκινούν από μια απάντηση.
Ξεκινούν από μια απορία.
Πριν επιστρέψουν, ο τυφλοπόντικας τους χάρισε από ένα μικρό χάλκινο κλειδί.
«Δεν ανοίγει πόρτες», τους είπε.
«Ανοίγει το μυαλό κάθε φορά που σταματάτε να λέτε "το ξέρω" και αρχίζετε να λέτε "αναρωτιέμαι".»
Ο Τζακ και η Τζίνη γύρισαν σπίτι κρατώντας τα μικρά κλειδιά.
Από τότε, σε κάθε νέα τους περιπέτεια δεν έψαχναν πρώτα έναν θησαυρό.
Έψαχναν μια καινούρια ερώτηση.
Γιατί είχαν ανακαλύψει ότι οι πιο συναρπαστικές εξερευνήσεις ξεκινούν πάντα από την περιέργεια και δεν τελειώνουν ποτέ.
