Ήταν μια κρύα, φωτεινή χριστουγεννιάτικη μέρα και στη γειτονιά όλα έλαμπαν.
Τα μαγαζιά είχαν φορέσει τα γιορτινά τους, τα φώτα άναβαν από νωρίς και ο αέρας μύριζε κουλουράκια και κανέλα.
Ο μικρός Φώτης φόρεσε το μπουφανάκι του, έβαλε το σκουφάκι του λίγο στραβά έτσι όπως του άρεσε και κράτησε σφιχτά το μικρό του μικρόφωνο.
Σήμερα δεν ήταν μια απλή μέρα.
Σήμερα… θα έλεγε τα κάλαντα αλλιώς.
Στην άκρη του δρόμου τον περίμεναν οι φίλοι του.
Η Άννα, ο Πέτρος, ο Λεωνίδας… και ο Μάριος.
Ο Μάριος καθόταν στο καροτσάκι του και χαμογελούσε πλατιά, κρατώντας ένα μικρό τριγωνάκι που έκανε ντιν νταν.
«Πάμε;» είπε ο Φώτης.
Και όλοι μαζί απάντησαν:
«Πάμε!»
Πρώτη στάση, το φούρνο της γειτονιάς.
Ο φούρναρης άνοιξε την πόρτα και πριν προλάβει να μιλήσει, ο Φώτης άρχισε:
«Καλήν εσπέραν άρχοντες…»
σε ρυθμό trap, με χαμόγελο και κούνημα.
Ο Μάριος χτύπησε το τρίγωνο, οι φίλοι κούνησαν τα κεφάλια τους στο ρυθμό και όλο το μαγαζί γέμισε γέλια.
Ο φούρναρης χειροκρότησε δυνατά.
«Αυτά είναι κάλαντα!» είπε γελώντας και τους έδωσε ζεστά κουλουράκια.
Συνέχισαν στο μανάβικο, στο βιβλιοπωλείο, στο καφέ της γωνίας.
Σε κάθε μαγαζί, ο Φώτης τραγουδούσε, οι φίλοι του χόρευαν και ο Μάριος ήταν πάντα στη μέση της παρέας.
Κανείς δεν έμενε πίσω.
Κανείς δεν ήταν μόνος.
Όταν έφτασαν στην πλατεία, τα φώτα άναψαν όλα μαζί.
Ο κόσμος είχε μαζευτεί και τους κοιτούσε.
Ο Φώτης πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε:
«Αυτά τα κάλαντα είναι για όλους.
Για όσους περπατούν, για όσους κυλούν, για όσους τραγουδούν δυνατά ή σιγά.
Γιατί… όλοι μαζί είμαστε παρέα.»
Και τότε τραγούδησαν ξανά.
Όχι πιο δυνατά.
Αλλά πιο αληθινά.
Ο Μάριος χαμογέλασε, οι φίλοι πιάστηκαν χέρι χέρι, και η γειτονιά γέμισε κάτι περισσότερο από μουσική.
Γέμισε αγάπη.
Κι έτσι, εκείνα τα Χριστούγεννα, όλοι θυμήθηκαν κάτι σημαντικό:
τα κάλαντα είναι πιο όμορφα όταν τα λέμε όλοι μαζί.
