Ο Χαμογελαστός Ήλιος αγαπούσε να ξυπνά πριν από όλους. Κάθε πρωί ανέβαινε σιγά σιγά στον ουρανό, χαρίζοντας το ζεστό του φως σε βουνά, θάλασσες, δάση και λιβάδια.
Ένα καλοκαιρινό ξημέρωμα αποφάσισε να κάνει την ανατολή λίγο διαφορετική.
Μόλις ξεπρόβαλε πίσω από τα βουνά, άπλωσε τις πρώτες χρυσαφένιες ακτίνες του πάνω στη γη. Οι σταγόνες της πρωινής δροσιάς άρχισαν να λάμπουν σαν μικροσκοπικά διαμαντάκια και τα σύννεφα πήραν ροζ, πορτοκαλί και χρυσαφένιες αποχρώσεις.
«Καλημέρα!» είπε με το μεγάλο του χαμόγελο.
Οι ακτίνες του ταξίδεψαν πάνω από μια καταπράσινη κοιλάδα, όπου τα λουλούδια άνοιξαν σιγά σιγά τα πέταλά τους για να καλωσορίσουν τη νέα μέρα.
Λίγο πιο πέρα, μια ήρεμη λίμνη άρχισε να καθρεφτίζει ολόκληρο τον ουρανό. Το νερό έλαμπε τόσο όμορφα, που έμοιαζε σαν να είχε γεμίσει με χρυσές πινελιές.
Ο Χαμογελαστός Ήλιος συνέχισε το ταξίδι του ψηλά στον ουρανό.
Καθώς ανέβαινε, παρατηρούσε πώς άλλαζαν τα χρώματα της φύσης. Τα βουνά φωτίζονταν, τα δέντρα γυάλιζαν από τη δροσιά και η θάλασσα άρχισε να λαμπυρίζει σαν ένας απέραντος καθρέφτης.
Το μεσημέρι ο ουρανός είχε γίνει καταγάλανος.
Ένα απαλό αεράκι έκανε τα δέντρα να λικνίζονται, ενώ μικρά λευκά σύννεφα ταξίδευαν αργά πάνω από τις κορυφές τους.
Ο Χαμογελαστός Ήλιος χαμογελούσε ακόμα πιο πλατιά.
Του άρεσε να βλέπει τη γη γεμάτη φως.
Όταν έφτασε το απόγευμα, άρχισε σιγά σιγά να κατεβαίνει προς τον ορίζοντα. Πριν δύσει, χαιρέτησε τη θάλασσα, τα βουνά και τα λιβάδια με τις τελευταίες χρυσαφένιες ακτίνες του.
«Αύριο θα σας ξυπνήσω ξανά!» είπε χαρούμενα.
Και καθώς ο ουρανός γέμιζε σιγά σιγά με τα πρώτα αστέρια, ο Χαμογελαστός Ήλιος έκλεισε τα μάτια του, έτοιμος να ξεκινήσει μια ακόμη όμορφη ανατολή όταν θα ερχόταν το επόμενο πρωί.
