Η Νταρντάνα Μελιτζάνα ξύπνησε γεμάτη ενέργεια και αποφάσισε πως εκείνη η μέρα ήταν ιδανική για μια καινούρια εξερεύνηση.
Περπατώντας σε έναν άγνωστο δρόμο, είδε στο βάθος ένα τεράστιο κτίριο με πολύχρωμες καμινάδες και μεγάλες γυάλινες πόρτες.
Πάνω από την είσοδο υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε:
«Εργοστάσιο Φαντασίας και Παιχνιδιών».
«Αυτό πρέπει οπωσδήποτε να το δω!» είπε γεμάτη περιέργεια.
Μόλις μπήκε μέσα, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.
Γύρω της υπήρχαν τεράστιες αίθουσες γεμάτες παιχνίδια κάθε είδους.
Ρομπότ που χόρευαν, ξύλινα τρενάκια, αεροπλανάκια, αυτοκινητάκια, λούτρινα ζωάκια και πολύχρωμα παζλ βρίσκονταν παντού.
Η Νταρντάνα περπατούσε αργά, θαυμάζοντας κάθε γωνιά.
Λίγο πιο πέρα είδε τους τεχνίτες να κατασκευάζουν καινούρια παιχνίδια.
Άλλοι ζωγράφιζαν, άλλοι συναρμολογούσαν μικρά κομμάτια και άλλοι δοκίμαζαν αν όλα λειτουργούσαν σωστά.
Η Νταρντάνα φόρεσε μια μικρή ποδιά και αποφάσισε να βοηθήσει.
Με μεγάλη προσοχή έβαψε ένα μικρό ξύλινο αλογάκι με φωτεινά χρώματα.
Όταν τελείωσε, όλοι χειροκρότησαν τη δημιουργία της.
Στη συνέχεια μπήκε στην αίθουσα των εφευρέσεων.
Εκεί υπήρχαν παιχνίδια που κινούνταν μόνα τους, κατασκευές που άναβαν μικρά φωτάκια και μηχανισμοί που δημιουργούσαν όμορφες μελωδίες.
Η Νταρντάνα δεν ήξερε ποιο να πρωτοκοιτάξει.
Πέρασε πολλές ώρες εξερευνώντας κάθε δωμάτιο του εργοστασίου.
Πριν φύγει, οι τεχνίτες της χάρισαν ένα μικρό κουτί.
Μέσα υπήρχε ένα παιχνίδι που είχε βοηθήσει και η ίδια να δημιουργηθεί.
Η Νταρντάνα χαμογέλασε συγκινημένη.
Καθώς επέστρεφε στο σπίτι της, κρατούσε σφιχτά το μικρό αναμνηστικό.
Ήξερε πως η πιο όμορφη έκπληξη της ημέρας δεν ήταν το δώρο.
Ήταν η χαρά να δημιουργείς κάτι που μπορεί να χαρίσει χαμόγελα σε όλους.
