Ο μικρός Στέλιος ξύπνησε ένα πρωί με το φρύδι κατεβασμένο.
Τίποτα δεν του άρεσε.
«Δεν θέλω αυτό… δεν θέλω εκείνο…»
έλεγε και σταύρωνε τα χεράκια του.
Τα παιχνίδια του ήταν γύρω του, αλλά εκείνος δεν ήθελε να παίξει.
Οι φίλοι του τον φώναζαν στην αυλή, όμως ο Στέλιος κούνησε το κεφάλι.
Ήταν… λίγο γκρινιάρης.
Η μαμά τον πλησίασε σιγά και τον πήρε αγκαλιά.
Όχι μια βιαστική αγκαλιά.
Μια ζεστή, μεγάλη αγκαλιά.
Ο Στέλιος δεν μίλησε.
Απλώς ακούμπησε το κεφαλάκι του και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Λίγο αργότερα, χτύπησε το κουδούνι.
Ήταν οι φίλοι του.
«Στέλιο, έλα να παίξουμε!»
είπαν χαμογελαστοί.
Στην αρχή δίστασε.
Μετά όμως, ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε.
Βγήκαν όλοι μαζί στην αυλή.
Έπαιξαν μπάλα, έτρεξαν, γέλασαν.
Έπεσαν κάτω και ξανασηκώθηκαν.
Κάποια στιγμή, ένας φίλος τον αγκάλιασε.
Μετά κι άλλος.
Και ξαφνικά, ο Στέλιος άρχισε να γελά δυνατά.
Η γκρίνια είχε φύγει.
Ο Στέλιος είχε γίνει παιχνιδιάρης.
Το απόγευμα, όταν γύρισε σπίτι, είπε κάτι που έκανε όλους να χαμογελάσουν:
«Μου αρέσει να παίζω με φίλους… και οι αγκαλιές μ’ αρέσουν πολύ.»
Και από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που ένιωθε γκρινιάρης,
θυμόταν κάτι πολύ σημαντικό:
Με αγκαλιές, παιχνίδι και φίλους, η καρδιά χαμογελά ξανά.
