Η Μάγια οδηγούσε σε έναν ήσυχο χωματόδρομο, όταν είδε στο βάθος έναν παλιό σιδηροδρομικό σταθμό.
Σταμάτησε με περιέργεια.
Οι γραμμές του τρένου υπήρχαν ακόμη, αλλά δεν περνούσε πια κανένα τρένο.
Προχώρησε λίγο πιο μέσα και αντίκρισε μια τεράστια ατμομηχανή, που είχε μείνει εκεί σαν να περίμενε κάποιον να τη θαυμάσει.
«Πόσο εντυπωσιακή είναι!» είπε.
Η Μάγια έκανε αργά τον γύρο της.
Παρατήρησε τις μεγάλες ρόδες, την καμινάδα και τα μεταλλικά εξαρτήματα που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο.
Δίπλα στις γραμμές υπήρχε μια μικρή αποθήκη.
Μέσα της βρήκε παλιές βαλίτσες, ξύλινα κιβώτια και ένα μεγάλο ρολόι που είχε σταματήσει πριν από πολλά χρόνια.
Συνέχισε τη βόλτα της στον σταθμό.
Σε μια γωνιά ανακάλυψε ένα κόκκινο βαγόνι με μεγάλα παράθυρα.
Κοίταξε μέσα και φαντάστηκε τα ταξίδια που ίσως είχε κάνει κάποτε.
Ύστερα ακολούθησε τις παλιές σιδηροδρομικές γραμμές για λίγη απόσταση.
Οι γραμμές περνούσαν ανάμεσα σε μεγάλα δέντρα και έδιναν την αίσθηση πως οδηγούσαν σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο.
Η Μάγια στάθηκε για λίγο και άκουσε μόνο το θρόισμα των φύλλων.
Έπειτα γύρισε προς το αυτοκίνητό της.
Πριν φύγει, κοίταξε για μία ακόμη φορά τον παλιό σταθμό.
Χαμογέλασε.
Ήξερε πως ακόμη και τα μέρη που έχουν μείνει ήσυχα για χρόνια μπορούν να κρύβουν όμορφες ιστορίες και μοναδικές εικόνες για όποιον αποφασίσει να τα επισκεφθεί.
