Ο Άγγελος ο ζωγράφος ξύπνησε ένα φωτεινό πρωινό γεμάτος έμπνευση.
Άνοιξε τα παράθυρα του μικρού του εργαστηρίου, τακτοποίησε τα πινέλα του και γέμισε την παλέτα του με τα πιο όμορφα χρώματα.
Του άρεσε να ζωγραφίζει ό,τι έκανε τους ανθρώπους να χαμογελούν.
Εκείνη τη στιγμή, ένα μικρό λευκό περιστέρι πέταξε μέσα από το παράθυρο.
Στο ράμφος του κρατούσε ένα κρυστάλλινο πινέλο δεμένο με μια γαλάζια κορδέλα.
Δίπλα υπήρχε ένα όμορφο γράμμα.
Ο Άγγελος το άνοιξε με προσοχή.
«Γκαλερί των Ζωντανών Χρωμάτων – Οι καλλιτέχνες που ζωγραφίζουν με την καρδιά τους είναι ευπρόσδεκτοι.»
Μόλις άγγιξε το κρυστάλλινο πινέλο, ένας πολύχρωμος διάδρομος από πινελιές σχηματίστηκε μπροστά του.
Ο Άγγελος τον ακολούθησε.
Ύστερα από λίγο έφτασε σε μια τεράστια γκαλερί.
Οι τοίχοι της ήταν φτιαγμένοι από λευκό μάρμαρο και οι πίνακες έλαμπαν σαν να είχαν μέσα τους μικρά αστέρια.
Στην είσοδο τον περίμενε μια ευγενική αλεπού που φορούσε μπλε μπερέ ζωγράφου.
«Καλώς ήρθες, Άγγελε! Σήμερα θα ανακαλύψεις πως κάθε χρώμα μπορεί να αφηγηθεί μια ιστορία.»
Η πρώτη στάση ήταν το Εργαστήριο των Ουράνιων Χρωμάτων.
Πάνω σε μεγάλους ξύλινους πάγκους υπήρχαν μικρά δοχεία γεμάτα λαμπερές αποχρώσεις που δεν υπήρχαν πουθενά αλλού.
Χρώματα που έμοιαζαν με την αυγή, το ηλιοβασίλεμα, τις σταγόνες της βροχής και το φως των αστεριών.
Ο Άγγελος ανακάτεψε μερικά από αυτά και δημιούργησε μια ολοκαίνουργια απόχρωση που γέμισε τον χώρο με ζεστή λάμψη.
Η αλεπού χαμογέλασε.
«Η δημιουργικότητα γεννιέται όταν τολμάς να δοκιμάσεις κάτι νέο.»
Στη συνέχεια επισκέφθηκαν την Αίθουσα των Ζωντανών Καμβάδων.
Δεκάδες λευκοί καμβάδες περίμεναν τους καλλιτέχνες.
Ο Άγγελος ζωγράφισε ένα καταπράσινο λιβάδι, έναν γαλάζιο ουρανό και ένα μικρό ξύλινο γεφυράκι.
Μόλις ολοκλήρωσε την τελευταία πινελιά, ο πίνακας άρχισε να κινείται.
Τα λουλούδια λικνίζονταν στον άνεμο, τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα και το ποτάμι κυλούσε απαλά.
«Η τέχνη αποκτά ζωή όταν δημιουργείται με φαντασία και αγάπη», είπε η αλεπού.
Η τελευταία στάση ήταν η πιο μαγική.
Μπροστά τους υψωνόταν ένας τεράστιος γυάλινος θόλος.
Πάνω από την είσοδό του έγραφε:
«Η Πινακοθήκη των Αυριανών Ονείρων.»
Στο κέντρο υπήρχε ένας ολοστρόγγυλος λευκός καμβάς.
Η αλεπού έδωσε στον Άγγελο ένα μικρό πινέλο από καθαρό κρύσταλλο.
«Ζωγράφισε αυτό που θα ήθελες να χαρίζει χαμόγελα σε όλους.»
Ο Άγγελος ζωγράφισε έναν κόσμο γεμάτο πάρκα, δέντρα, πολύχρωμα σπίτια, παιδιά που δημιουργούσαν, μουσικούς που έπαιζαν μελωδίες και ζωγράφους που μοιράζονταν τις ιδέες τους.
Μόλις ακούμπησε την τελευταία πινελιά, ο καμβάς έλαμψε.
Χιλιάδες πολύχρωμες πεταλούδες ξεπήδησαν από τον πίνακα και πέταξαν σε κάθε γωνιά του ουρανού, μεταφέροντας έμπνευση και δημιουργικότητα.
Η αλεπού τον κοίταξε με περηφάνια.
«Ένας αληθινός καλλιτέχνης δεν γεμίζει μόνο έναν καμβά με χρώματα. Γεμίζει και τις καρδιές των ανθρώπων με ελπίδα και φαντασία.»
Πριν αποχαιρετήσει τον Άγγελο, του χάρισε μια μικρή κρυστάλλινη παλέτα.
Δεν είχε χρώματα επάνω της.
Άρχιζε όμως να γεμίζει με λαμπερές αποχρώσεις κάθε φορά που ο Άγγελος δημιουργούσε κάτι που ενέπνεε, έφερνε χαρά ή έκανε κάποιον να ονειρευτεί.
Ο Άγγελος ευχαρίστησε τη νέα του φίλη και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Όταν βρέθηκε ξανά στο εργαστήριό του, η μικρή κρυστάλλινη παλέτα βρισκόταν δίπλα στα αγαπημένα του πινέλα και έλαμπε απαλά.
Από εκείνη την ημέρα συνέχισε να ζωγραφίζει με ακόμη περισσότερη φαντασία, αγάπη και δημιουργικότητα.
Και κάθε φορά που η μικρή κρυστάλλινη παλέτα φωτιζόταν διακριτικά, ο Άγγελος θυμόταν πως η πιο όμορφη ζωγραφιά είναι εκείνη που χαρίζει χρώμα στις καρδιές των ανθρώπων.
