Η οδοντίατρος Ελένη ξύπνησε ένα ηλιόλουστο πρωινό και βρήκε έξω από την πόρτα του ιατρείου της ένα μικρό μεταλλικό κουτί.
Μόλις το άνοιξε, ξεδιπλώθηκε ένα χάρτινο αεροπλανάκι που άρχισε να πετά μόνο του.
Η Ελένη το ακολούθησε μέχρι την άκρη της πόλης, όπου στεκόταν ένα τεράστιο κτίριο που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο.
Στην πρόσοψή του έγραφε:
«Εργοστάσιο Γέλιου – Εδώ κατασκευάζονται οι πιο χαρούμενες στιγμές του κόσμου.»
Η Ελένη χαμογέλασε.
«Μα... γίνεται να κατασκευάζεται το γέλιο;» αναρωτήθηκε.
Μόλις μπήκε μέσα, ένας μικρός πιγκουίνος με λευκή ποδιά την υποδέχθηκε.
«Βεβαίως γίνεται! Αλλά όχι όπως νομίζουν οι περισσότεροι.»
Η πρώτη αίθουσα ήταν γεμάτη γυάλινους σωλήνες.
Μέσα τους ταξίδευαν πολύχρωμες φυσαλίδες.
«Κάθε φυσαλίδα», εξήγησε ο πιγκουίνος, «είναι μια όμορφη στιγμή. Ένα αστείο, μια καλή πράξη, μια αγκαλιά, μια ευγενική κουβέντα.»
Οι φυσαλίδες ενώνονταν και σχημάτιζαν λαμπερές μπάλες φωτός.
Στη δεύτερη αίθουσα υπήρχαν παράξενα μηχανήματα.
Ένα μετέτρεπε την καλοσύνη σε χρυσές σπίθες.
Ένα άλλο έκανε τις ευγενικές λέξεις να γίνονται πολύχρωμες κορδέλες.
Ένα τρίτο μεταμόρφωνε τις όμορφες αναμνήσεις σε μικρά φωτεινά αστέρια.
Η Ελένη δεν είχε ξαναδεί κάτι τόσο εντυπωσιακό.
«Και τα δόντια;» ρώτησε γελώντας.
Ο πιγκουίνος την οδήγησε σε μια τεράστια κυκλική αίθουσα.
Στο κέντρο υπήρχε ένας γιγάντιος καθρέφτης.
Όποιος στεκόταν μπροστά του και χαμογελούσε, έκανε ολόκληρη την αίθουσα να φωτίζεται.
«Δεν μας ενδιαφέρει αν το χαμόγελο είναι μεγάλο ή μικρό», είπε ο πιγκουίνος.
«Μας ενδιαφέρει να είναι αληθινό.»
Η Ελένη στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη.
Χαμογέλασε.
Αμέσως άναψαν χιλιάδες μικρά φωτάκια στην οροφή και το εργοστάσιο γέμισε μουσική.
Οι εργαζόμενοι άρχισαν να χειροκροτούν.
«Τι συνέβη;» ρώτησε έκπληκτη.
«Μόλις ενεργοποίησες τη Μηχανή των Χαμόγελων», της απάντησαν.
«Χρησιμοποιεί το πιο σπάνιο καύσιμο στον κόσμο.»
«Ποιο είναι αυτό;»
«Η χαρά που μοιράζεται.»
Πριν φύγει, οι εργαζόμενοι της χάρισαν ένα μικρό διάφανο κουτί.
Μέσα δεν υπήρχε τίποτα.
«Είναι άδειο!» είπε η Ελένη.
Ο πιγκουίνος χαμογέλασε.
«Όχι ακόμη. Κάθε φορά που θα βοηθάς έναν άνθρωπο να φύγει από το ιατρείο σου χαρούμενος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, το κουτί θα γεμίζει με αόρατες σταγόνες γέλιου. Όταν γεμίσει εντελώς, το εργοστάσιο θα τις χρησιμοποιήσει για να χαρίσει χαμόγελα σε ανθρώπους που τα έχουν πραγματικά ανάγκη.»
Η Ελένη επέστρεψε στο ιατρείο της κρατώντας προσεκτικά το μικρό κουτί.
Από εκείνη την ημέρα δεν σκεφτόταν ποτέ πως η δουλειά της ήταν μόνο να φροντίζει δόντια.
Ένιωθε πως κάθε όμορφο χαμόγελο που βοηθούσε να γεννηθεί ταξίδευε κάπου στον κόσμο και έκανε έναν ακόμη άνθρωπο να χαμογελάσει.
Και όσο περισσότερα χαμόγελα δημιουργούνταν, τόσο περισσότερο δούλευε ασταμάτητα, κάπου μακριά, εκείνο το παράξενο εργοστάσιο που κατασκεύαζε το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο: τη χαρά.
