Η Άννα η λογίστρια τακτοποιούσε τα χαρτιά της στο γραφείο της, όταν ο κύριος Στέλιος, ο ιδιοκτήτης του παλιού βιβλιοπωλείου, μπήκε ανήσυχος.
«Άννα, χρειάζομαι τη βοήθειά σου!» είπε.
«Τι συνέβη;» τον ρώτησε εκείνη.
«Στο πίσω δωμάτιο του βιβλιοπωλείου βρήκα αυτό το παλιό τετράδιο. Ανήκε στον παππού μου, αλλά λείπουν μερικές σελίδες και δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε γράψει.»
Η Άννα άνοιξε προσεκτικά το τετράδιο.
Μέσα υπήρχαν αριθμοί, σημειώσεις και σχέδια.
«Αυτό μοιάζει με γρίφο!» είπε χαμογελώντας.
Έτσι, οι δυο τους άρχισαν να ψάχνουν.
Πίσω από ένα ράφι βρήκαν ένα παλιό ξύλινο κουτί.
Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες, αποδείξεις και μια ξεχασμένη σελίδα από το τετράδιο.
Η Άννα πρόσεξε ότι οι αριθμοί στις αποδείξεις αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες.
«Νομίζω πως ο παππούς σου κρατούσε σημειώσεις για όλα τα βιβλία που αγαπούσε περισσότερο», είπε.
Καθώς συνέχιζαν να ψάχνουν, βρήκαν και τις υπόλοιπες σελίδες μέσα σε ένα παλιό συρτάρι.
Και εκεί ανακάλυψαν κάτι υπέροχο.
Ο παππούς του κυρίου Στέλιου είχε γράψει μια λίστα με τα αγαπημένα του παραμύθια και δίπλα είχε σημειώσει:
«Τα βιβλία ταξιδεύουν τις καρδιές και κρατούν τις αναμνήσεις ζωντανές.»
Ο κύριος Στέλιος χαμογέλασε συγκινημένος.
Η Άννα έκλεισε το τετράδιο προσεκτικά και το τοποθέτησε στη θέση του.
Έξω είχε αρχίσει να βρέχει απαλά.
Η μυρωδιά των βιβλίων γέμιζε το μικρό βιβλιοπωλείο.
«Μερικές φορές», είπε η Άννα χαμογελώντας, «οι πιο όμορφες ιστορίες βρίσκονται κρυμμένες στις σελίδες που δεν έχουμε διαβάσει ακόμη.»
Και αφού τακτοποίησε τα τελευταία χαρτιά της ημέρας, η Άννα πήρε το αγαπημένο της βιβλίο και κάθισε δίπλα στο παράθυρο, έτοιμη να ξεκινήσει ένα νέο ταξίδι μέσα από τις σελίδες του.
