Η Μυρσίνη ετοίμαζε τα πινέλα και τα χρώματά της για τον μεγάλο διαγωνισμό ζωγραφικής που θα γινόταν στην πλατεία της πόλης.
Από μικρή αγαπούσε να ζωγραφίζει λουλούδια, τοπία και όμορφες στιγμές της καθημερινότητας.
Το πρωί της μεγάλης ημέρας, έστησε τον καμβά της κάτω από μια ανθισμένη κερασιά και άρχισε να ζωγραφίζει.
Γύρω της υπήρχαν πολλοί άλλοι νέοι καλλιτέχνες.
Άλλοι ζωγράφιζαν βουνά.
Άλλοι θάλασσες.
Άλλοι πολύχρωμες πεταλούδες.
Η Μυρσίνη αποφάσισε να ζωγραφίσει κάτι διαφορετικό.
Ζωγράφισε μια οικογένεια που έκανε πικνίκ σε ένα λιβάδι, παιδιά που έτρεχαν χαρούμενα και έναν ουρανό γεμάτο χελιδόνια.
Καθώς ζωγράφιζε, ένα απαλό αεράκι παρέσυρε μερικά από τα χαρτιά της.
«Ωχ!» είπε γελώντας.
Ευτυχώς, πρόλαβε να τα μαζέψει και συνέχισε τη δουλειά της.
Όταν ολοκλήρωσε τον πίνακά της, όλοι όσοι περνούσαν από μπροστά του σταματούσαν για να τον θαυμάσουν.
Το απόγευμα, ο δήμαρχος της πόλης ανακοίνωσε τα αποτελέσματα.
Η Μυρσίνη δεν κέρδισε το πρώτο βραβείο.
Όμως κάτι άλλο την έκανε πιο χαρούμενη.
Ένα μικρό κοριτσάκι πλησίασε και της είπε:
«Όταν μεγαλώσω, θέλω να ζωγραφίζω όπως εσύ!»
Η Μυρσίνη χαμογέλασε.
Γιατί κατάλαβε πως η μεγαλύτερη χαρά δεν είναι πάντα τα βραβεία.
Είναι να εμπνέεις τους άλλους να ακολουθούν τα όνειρά τους.
Και καθώς ο ήλιος έδυε, η Μυρσίνη πήρε τον πίνακά της και περπάτησε χαρούμενη προς το σπίτι, ήδη σκεπτόμενη τι θα ζωγράφιζε την επόμενη μέρα.
