Η Κρυσταλένια ήταν μια νεράιδα που αγαπούσε τον χειμώνα περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Της άρεσε να πετά πάνω από χιονισμένα βουνά και να ανακαλύπτει μέρη που έμοιαζαν βγαλμένα από παραμύθι.
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό ταξίδευε πάνω από μια οροσειρά, όταν παρατήρησε μια μικρή είσοδο ανάμεσα στους βράχους.
Κατέβηκε χαμηλά για να δει καλύτερα.
Μπροστά της βρισκόταν μια σπηλιά που ήταν γεμάτη πάγο.
Η Κρυσταλένια μπήκε προσεκτικά στο εσωτερικό της.
Από την οροφή κρέμονταν μεγάλοι παγοκρύσταλλοι που έμοιαζαν με γυάλινα γλυπτά. Όταν το φως έμπαινε από την είσοδο της σπηλιάς, οι παγοκρύσταλλοι λαμπύριζαν και γέμιζαν τον χώρο με ασημένιες αντανακλάσεις.
Η νεράιδα περπατούσε αργά, παρατηρώντας κάθε γωνιά.
Στο βάθος της σπηλιάς υπήρχε μια μικρή παγωμένη λίμνη. Η επιφάνειά της ήταν τόσο λεία, που καθρέφτιζε ολόκληρη την οροφή.
Η Κρυσταλένια πλησίασε και άγγιξε απαλά τον πάγο με το ραβδάκι της.
Μικρές νιφάδες άρχισαν να στροβιλίζονται για λίγες στιγμές γύρω της, σαν να χόρευαν μέσα στον αέρα.
Η νεράιδα χαμογέλασε.
Έμεινε για αρκετή ώρα μέσα στη σπηλιά, απολαμβάνοντας την ηρεμία και τη λάμψη του πάγου.
Όταν βγήκε ξανά έξω, οι χιονισμένες κορυφές άστραφταν κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο.
Η Κρυσταλένια άνοιξε τα φτερά της και πέταξε ψηλά πάνω από τα βουνά.
Ήξερε πως ο χειμώνας έκρυβε αμέτρητες όμορφες γωνιές και πως κάθε πτήση της μπορούσε να την οδηγήσει σε ένα ακόμη μαγευτικό μέρος.
